|
10:06 μ.μ. (Πριν από 9 ώρες)
![]() | ![]() ![]() | ||
| ||||
ΕΚΚΛΗΣΙΑ και ΚΚΕ
Ο «πετροπόλεμος» ανάμεσα στο Κ.Κ.Ε και την Εκκλησία
αποτελεί τελετουργικό που δεν ωφελεί κανένα
Του ΤΑΣΟΥ ΜΙΧΑΛΑ*
Συνάντηση στην Αρχιεπισκοπή είχαν την Τρίτη 10/09 ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και ο νέος Γ.Γ. του Κ.Κ.Ε. Το γεγονός είναι σημαντικό και διδακτικό, καθώς για πρώτη φορά Γ.Γ του Κ.Κ.Ε επισκέπτεται επισήμως την Αρχιεπισκοπή Αθηνών.
Ο ιστορικός του μέλλοντος θα κληθεί να ερμηνεύσει το γεγονός της συνάντησης. Φαίνεται, πάντως, ότι Κ.Κ.Ε και ελληνική Εκκλησία αναγκάζονται εκ των πραγμάτων να δώσουν τα χέρια εγκαταλείποντας τον σκληρό «πετροπόλεμο», καθώς διαπιστώνουν πώς δεν διανύουν την ευτυχέστερη περίοδο της ιστορίας τους και ανησυχούν για το τι θα ακολουθήσει. Όσοι εκκλησιαστικοί και αριστεροί διαθέτουν αυτογνωσία, βεβαιώνουν ότι οι δυο αυτοί φορείς πάσχουν από στασιμότητα. Έμειναν όμηροι του παρελθόντος, προσηλωμένοι στα δεδομένα της δεκαετίας του ΄50, όταν στις εκκλησίες υπήρχε “συνωστισμός” και οι αριστεροί θαυμάζονταν για την τόλμη και τον ηρωισμό τους. Σήμερα, τα χαρακτηριστικά των ανθρώπων της Εκκλησίας και του Κ.Κ.Ε δείχνουν να είναι πεπαλαιωμένα. Ο λόγος τους, δεν έχει ικμάδα. Τα επιχειρήματα, τα κηρύγματα, τα συνθήματα, οι θέσεις τους, αποτελούν εξαρτήματα μιας εποχής από την οποία απέχουμε πολύ. Πικρή διαπίστωση, αλλά αληθινή: για πολλούς Έλληνες, Εκκλησία και Κ.Κ.Ε θυμίζουν αρχαιολογία, η οποία εμπεριέχει ιστορικούς συμβολισμούς, όμως δεν προσφέρει προοπτικές δημιουργικής παρέμβασης στο σχετικά προηγμένο ευρωπαϊκό περιβάλλον που ζούμε. Γι’ αυτό συχνά οι εκπρόσωποι των δυο αυτών φορέων αισθάνονται περιθωριακοί. Βλέπουν τα πάντα να κινούνται με ταχύτητα ασύλληπτη και το τρένο της ανάπτυξης να φεύγει χωρίς αυτούς.
Δεν ήταν εκ γενετής θνησιγενείς οργανισμοί η Εκκλησία και το Κ.Κ.Ε. Έγιναν στη συνέχεια, επειδή άφησαν άλυτα εσωτερικά τους θέματα που απαιτούν άμεσες λύσεις. Όπως για παράδειγμα το θέμα του καλώς νοούμενου εκσυγχρονισμού, τον οποίο χρειάζεται κάθε σοβαρός οργανισμός προκειμένου να έχει διάρκεια και όχι προσωρινή ή μεταβατική παρουσία. Το ιδιαιτέρως περίεργο, όμως, είναι ότι, ενώ οι δυο αυτοί φορείς δίνουν συχνά την εντύπωση πώς έχουν πτωχεύσει (οργανωτικά, επικοινωνιακά, διοικητικά κλπ), έφθασαν να πιστεύουν ότι αποτελούν το υγιέστερο κομμάτι της κοινωνίας, ότι ζουν στον αστερισμό της αλήθειας και της αρετής, ότι αποτελούν «άλας της γης», εκλεκτή ζύμη που επιβάλλεται να χρησιμοποιηθεί κατ’ αποκλειστικότητα στην παραγωγή του κοινωνικού άρτου. Αυτή η περίεργη αντίληψη, γέμισε με θεολογική-πολιτική υπεροψία αρκετούς εκκλησιαστικούς και αριστερούς, οι οποίοι θεωρούν ότι για όλα τα κακά υπεύθυνοι είναι όσοι βρίσκονται έξω από την δική τους εκλεκτή μάνδρα, αλλά ποτέ οι ίδιοι.
Η στασιμότητα στην Εκκλησία και στο Κ.Κ.Ε δεν ενέσκηψε αιφνιδίως. Ο ακραιφνώς ελληνορθόδοξος και σοσιαλιστικός αέρας μας δεν μολύνθηκε από τη μια στιγμή στην άλλη, αλλά σταδιακά. Η εξέλιξη αυτή υπήρξε συνάρτηση πολλών αδυναμιών. Συχνά η υποκρισία και το ψεύδος τοποθετήθηκαν πάνω από την Αλήθεια. Οι Αξίες υποβαθμίστηκαν και οι σκοπιμότητες αναδείχτηκαν σε Υπεραξία. Οι κληρικοί από διάκονοι των ανθρώπων που θα έπρεπε να είναι, έγιναν προνομιούχος τάξη, δημόσιοι υπάλληλοι με τάση συχνά να ασκούν πνευματική εξουσία στους ανθρώπους. Ο άμβωνας αρκετές φορές ξέφυγε από την αποστολή του: έγινε θεωρία, όχι βίωμα! Αντί να εξυμνεί τα μεγαλεία του Θεού και να οικοδομεί τους ανθρώπους, ενίοτε λειτούργησε ως γεννήτορας συμπεριφορών που οδήγησαν σε κοινωνικό διχασμό και στην υποψία ότι η Εκκλησία του Χριστού τελεί υπό την εποπτεία και την καθοδήγηση ανθρώπων, οι οποίοι δεν είναι άγιοι, όσιοι ή αγγελικοί, αλλά τα μόνα που έχουν να επιδείξουν είναι η έντονη χοϊκότητα και η αγωνιώδης προσπάθεια για κατάκτηση της εξουσίας.
Ωσαύτως, το Κ.Κ.Ε, από καθαρόαιμος φιλολαϊκός πολιτικός σχηματισμός που όφειλε να είναι, κατέληξε να γίνει ένα άχαρο, δογματικό, κλειστό σύστημα, που δεν υπηρετούσε πάντα εθνικά ή σοσιαλιστικά συμφέροντα, αλλά συχνά-πυκνά ακολουθούσε τυφλά τις υποδείξεις δεινοσαύρων του εξωτερικού που αγωνιούσαν για την δική τους ισχύ, όχι για την ευημερία του κόσμου και την ευφορία του σοσιαλισμού. Το Κ.Κ.Ε δεν μπόρεσε, επίσης, ποτέ να δει ή να εκτιμήσει και την άλλη, την αθέατη πλευρά της Εκκλησίας, η οποία δεν είναι εκ του κόσμου τούτου, αλλά έχει απευθείας αναφορά στον ιδρυτή της, τον Χριστό, για το πρόσωπο του οποίου πολλοί αριστεροί νιώθουν βαθύ σεβασμό παρά την όποια αντιπάθειά τους προς τον κλήρο.
Το ότι η Εκκλησία και το Κ.Κ.Ε δεν μπόρεσαν να καταστούν δέκτες σύγχρονων ανησυχιών και-παρά τις όποιες διαφορές τους- να αναπτύξουν δυνατότητες “συνεργασίας”, οφείλεται και στο ότι κατά καιρούς πλαισιώθηκαν από αμφιλεγόμενης ικανότητας, γνησιότητας, εντιμότητας, ποιότητας και ειλικρίνειας ανθρώπους, με απόψεις τόσο απόλυτες, αρτηριοσκληρωτικές και φτωχές, ώστε έφεραν τους δυο αυτούς φορείς δεκαετίες πίσω. Επίσης, ο ανεξέλεγκτος ζήλος κάποιων ακραίων που ευδοκιμούν και στους δυο αυτούς χώρους, δυναμίτισε κάθε καλοπροαίρετη σκέψη για προσέγγιση με αποτέλεσμα να υποβόσκει συνεχώς ένας ακήρυκτος πόλεμος ανάμεσα στα δυο αυτά «ιερά τέρατα».
Στην έντονα αντιεκκλησιαστική στάση του το Κ.Κ.Ε για δεκαετίες ολόκληρες ακολουθούσε την σκληρή γραμμή της απολυταρχικής Μόσχας. Στις σοσιαλιστικές χώρες-δορυφόρους της Μόσχας, οι χριστιανοί υπέφεραν στην κυριολεξία, υποβάλλονταν σε μαρτύρια, κλείνονταν σε στρατόπεδα συγκεντρώσεως, ζούσαν τον τρόμο και την απόρριψη, έχαναν την ζωή τους, επειδή απλά ήσαν μέλη της Εκκλησίας.Και στη ….χριστιανική Ελλάδα οι εκκλησιαστικοί ποτέ δεν ψιθύρισαν ένα καλό λόγο για τις αγωνίες και τους αγώνες έντιμων αριστερών, που φυλακίστηκαν, μαρτύρησαν και πολλοί πέθαναν στην εξορία.
Ρώτησα τον Γερμανό καθολικό ιερέα, Albert Rapp, εφημέριο στη Χαιδελβέργη και καλό θεολόγο, γιατί τα κομμουνιστικά Κόμματα και οι Εκκλησίες αλληλομισούνται. Να, τι απάντησε: «Κακώς. Γιατί ανάμεσα στους δυο αυτούς φορείς υπάρχουν κοινά στοιχεία που έπρεπε να τους ενώνουν. Και οι δυο στερούνται αυτοκριτικής, είναι δογματικοί, απόλυτοι στις θέσεις τους! Και μιλούν περί ελευθερίας, ενώ δεν αφήνουν περιθώρια να αναπτυχθούν στους χώρους τους ο ελεύθερος διάλογος, η αντίθετη άποψη και οι δημοκρατικές διαδικασίες. Αφού, λοιπόν, οι Εκκλησίες και τα κομμουνιστικά Κόμματα έχουν τόσα κοινά γιατί μαλώνουν;»
Λάθη στο παρελθόν έγιναν πολλά. Τόσο από το Κ.Κ.Ε, όσο και από την Εκκλησία. Και στην παρούσα φάση οι δυο αυτοί φορείς εξακολουθούν, δυστυχώς, να κάνουν ανεπίτρεπτα λάθη. Το μεγαλύτερο από αυτά, είναι ότι δεν έχουν πιστέψει στην ανάγκη μεταρρυθμίσεων στους κόλπους τους, έμειναν στάσιμοι, καθηλωμένοι στο παρελθόν. Εκκλησία και Κ.Κ.Ε δεν προσαρμόσθηκαν στη νέα πραγματικότητα που ο,τιδήποτε δεν αναπτύσσεται, θεωρείται αφερέγγυο, ανεπαρκές για να διαδραματίσει θετικό ρόλο στη ζωή των ανθρώπων. (Άραγε, είναι τυχαίο ότι σπανίως Ελληνίδες δέχονται να συνδεθούν με υποψήφιους κληρικούς;)
Σήμερα, που το βυζαντινό μεγαλείο της ελληνικής Εκκλησίας έχει υποστεί σοβαρή συρρίκνωση και το Κ.Κ.Ε βγαίνει στη γύρα αναζητώντας οπαδούς, οι δυο αυτοί φορείς οφείλουν να αντιληφθούν ότι ο μεταξύ τους «πετροπόλεμος» αποτελεί τελετουργικό που δεν ωφελεί και ότι –παρά τις όποιες διαφορές τους- μπορούν να πολλαπλασιάσουν τις πιθανότητες της μεταξύ τους “συνεργασίας”. Άλλωστε, στην συνεχώς και ταχύτατα μεταλλασσόμενη εποχή μας, όπου οι αυτοδυναμίες εμφανίζουν μεγάλη ισχνότητα, η δημιουργία συμμαχικών σχημάτων αποτελεί σοβαρό ζητούμενο όχι μόνο στον τομέα της Πολιτικής, της Διπλωματίας ή της Οικονομίας, αλλά και στον χώρο της Εκκλησίας…! Στο πλαίσιο αυτής της ανάγκης, η συνάντηση του Αρχιεπισκόπου με τον Γ. Γραμματέα του Κ.Κ.Ε μόνο ως κίνηση ωριμότητας και αισιοδοξίας μπορεί να ερμηνευθεί.
*O Τάσος Μιχαλάς είναι δημοσιογράφος, Magister της Δημοσιογραφικής Σχολής του Πανεπιστημίου του Βερολίνου.



